Close

ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ-Για να θυμούνται οι μεγάλοι(!) και να μαθαίνουν οι νεότεροι δημοσιογράφοι…

Κάθε επάγγελμα έχει τους δικούς του κανόνες, άγραφους τις περισσότερες φορές, αλλά και το δικό του λεξιλόγιο. Ο κατάλογος των λέξεων που χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι και οι τυπογράφοι στις εφημερίδες ήταν ατέλειωτος, ιδιαίτερα μέχρι και την εποχή της λινοτυπίας, περίπου μέχρι το τέλος  της δεκαετίας του 1980.

Δείτε τις παρακάτω λέξεις. Είναι μερικές από αυτές που χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν οι άνθρωποι του Τύπου.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία να θυμηθούν και οι νεότεροι να μάθουν ότι τότε υπήρχαν κι άλλες λέξεις εκτός από:  Upload, Update, File, Web και Keyword!

Αράδα. Σειρά τυπογραφικών στοιχείων εντύπου ή γραμμάτων γραπτού κειμένου γενικότερα. Στίχος, γραμμή. «Tο κείμενο έχει δέκα αράδες». «Mου έγραψε ένα γράμμα δύο αράδες».

Αραίωμα ή Ανάσα. Τοποθέτηση διάστιχων ανάμεσα στις αράδες ενός κειμένου για να διαβάζεται πιο εύκολα.

Γραμμιδάκι. Η γραμμή-χώρισμα μεταξύ δύο ειδήσεων.

ΖωνάριΜακρόστενο κείμενο εφημερίδας, το οποίο συνήθως μπαίνει πολύ ψηλά ή πολύ χαμηλά στη σελίδα και καταλαμβάνει όλο το πλάτος της σελίδας. Σχεδόν πάντα έχει πλαίσιο και δεν έχει φωτογραφία.

Καπέλο. Ο υπέρτιτλος ενός κύριου τίτλου.

Κόσμημα, Τυπογραφικό «στολίδι» για ειδικό τονισμό θεμάτων.

Κάσα. Έπιπλο στο οποίο τοποθετούνται τα τυπογραφικά στοιχεία. Η κάσα έχει  ξεχωριστές θήκες για κάθε γράμμα.

Λούπα. Ειδικός μεγεθυντικός φακός που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία για τον έλεγχο των εκτυπώσεων.

Μάρμαρο. Μαρμάρινο τραπέζι στο οποίο γίνεται η σελιδοποίηση. «Κάνω μάρμαρο»=σελιδοποιώ

Πιλάφι. Πυκνογραμμένο και μεγάλο κείμενο, που δεν έχει φωτογραφική υποστήριξη κατά τη σελιδοποίηση.

Πίκμανση. Τσάκιση που πραγματοποιείται μηχανικά κυρίως σε χαρτιά πολλών γραμμαρίων.

Σεντόνι. Πολύ μεγάλο κείμενο που συχνά πιάνει όλο το μέγεθος της σελίδας.

Στιγμόμετρο. Το αγαπημένο εργαλείο των υλατζήδων. Ορειχάλκινος χάρακας με διαβαθμίσεις σε εκατοστά και σε «στιγμές» γι΄ αυτό και αποκαλείται στιγμόμετρο. Κάθε εκατοστό έχει αναλογία με είκοσι στιγμές ή δυο τετράγωνα.

Τιράζ (Tirage).  Γαλλική λέξη. Σημαίνει σε πόσα αντίτυπα εκτυπώνεται ένα έντυπο.

Τσίγκος. Εκτυπωτική πλάκα από αλουμίνιο πάνω στην οποία τοποθετείται ένα χρώμα στην όφσετ εκτύπωση.

Χτένισμα. Επανέλεγχος των στοιχείων ενός ρεπορτάζ και βελτίωση κάποιων σημείων.